ἐριδαίνω

ἐρῐδ-αίνω, [tense] impf.
A

ἠρίδαινον Babr.68.3

: [dialect] Ep. [tense] aor. I

ἐρίδηνα A.R.1.89

: —[voice] Med., Q.S.5.105 : [dialect] Ep. [tense] aor. I inf.

ἐρῑδήσασθαι Il.23.792

(with vv. ll., dub.) ; elsewh. Hom. uses only [tense] pres. : ([etym.] ἐρίζω):—wrangle, quarrel,

μετ' ἀνδράσι Od.21.310

;

αὔτως γάρ ῥ' ἐπέεσσ' ἐριδαίνομεν Il.2.342

;

νῦν δὲ περὶ πτωχῶν ἐ. Od.18.403

;

εἰ δὴ σφὼ ἕνεκα θνητῶν ἐ. Il.1.574

; εἵνεκα τῆς ἀρετῆς ἐ. we strive (as for a prize) for her excellence, Od.2.206 : c. dat.,

Εὖρός τε Νότος τ' ἐριδαίνετον ἀλλήλοιιν.. πελεμιζέμεν Il.16.765

, cf. A.R.1.89 ; also

ἀντία πάντων.. ἐριδαινέμεν οἶος Od.1.79

; τι in a thing, Call.Dian.262 ; of war, first in A.R.2.986, etc.:—[voice] Med., ποσσὶν ἐριδήσασθαι compete in the foot-race, Il.23.792.—[dialect] Ep. word : also c. acc., τεθυμωμένον ἄνδρα μὴ ἐριδαίνειν (fort. -δμαίνειν) Demetr.Byz. ap.Ath.10.452d ; Luc.Pisc.6 may be a reminiscence of A.R.1.89.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐριδαίνω — wrangle pres subj act 1st sg ἐριδαίνω wrangle pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εριδαίνω — ἐριδαίνω (Α) [έρις] 1. μαλώνω, λογομαχώ, φιλονεικώ («αὔτως γὰρ ῥ’ ἐπέεσσ’ ἐριδαίνομεν», Ομ. Ιλ.) 2. αγωνίζομαι, διαγωνίζομαι για κάτι, αντιμάχομαι, αμιλλώμαι («εἵνεκα τῆς ἀρετῆς ἐριδαίνομεν», Ομ. Οδ.) …   Dictionary of Greek

  • ἐριδαίνετον — ἐριδαίνω wrangle pres imperat act 2nd dual ἐριδαίνω wrangle pres ind act 3rd dual ἐριδαίνω wrangle pres ind act 2nd dual ἐριδαίνω wrangle imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριδαίνετε — ἐριδαίνω wrangle pres imperat act 2nd pl ἐριδαίνω wrangle pres ind act 2nd pl ἐριδαίνω wrangle imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριδαινομένων — ἐριδαίνω wrangle pres part mp fem gen pl ἐριδαίνω wrangle pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριδαίνομεν — ἐριδαίνω wrangle pres ind act 1st pl ἐριδαίνω wrangle imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριδαίνουσι — ἐριδαίνω wrangle pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐριδαίνω wrangle pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριδήσω — ἐριδαίνω wrangle aor subj act 1st sg (epic) ἐριδαίνω wrangle aor ind mid 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρίδαινε — ἐριδαίνω wrangle pres imperat act 2nd sg ἐριδαίνω wrangle imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠρίδαινον — ἐριδαίνω wrangle imperf ind act 3rd pl ἐριδαίνω wrangle imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριδαινέμεν — ἐριδαίνω wrangle pres inf act (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.